ανοργάνωση
ουσιαστικό1. Έλλειψη δομημένης ή αποτελεσματικής οργάνωσης σε πρόσωπα, ομάδες, χώρους ή διαδικασίες, που προκαλεί ανεπαρκή κατανομή αρμοδιοτήτων, δυσχέρειες στον συντονισμό και μείωση της λειτουργικής αποδοτικότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανοργάνωση στο γραφείο προκαλεί συνεχείς καθυστερήσεις.
- Η ανοργάνωση των διαδικασιών οδήγησε σε λάθη στην παράδοση των παραγγελιών.
- Σε περιόδους κρίσης, η ανοργάνωση του κρατικού μηχανισμού επιδεινώνει τα προβλήματα.
- Μερικοί καλλιτέχνες προτιμούν την ανοργάνωση ως δημιουργική ελευθερία και όχι ως απλό χάος.
- Η ανοργάνωση της γιορτής φάνηκε από την έλλειψη προγράμματος και συντονισμού.