αναστατώνω

ρήμα

1. Προκαλώ έντονη συναισθηματική αναταραχή ή ανησυχία σε κάποιον, κάνοντάς τον να νιώθει ταραγμένος.

2. Προκαλώ αναστάτωση ή αναταραχή σε χώρο, ομάδα ή κατάσταση, διαταράσσοντας την τάξη και την ηρεμία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με τη δυνατή μουσική αναστατώνω τη γειτονιά κάθε βράδυ.
  • Λέω την είδηση και κάθε φορά αναστατώνω τη μητέρα μου.
  • Στην παράσταση αναστατώνω το κοινό με την ερμηνεία μου.
  • Υπενθυμίζω παλιές στιγμές και έτσι αναστατώνω την αδελφή μου.
  • Διέδωσα τη φήμη και τώρα αναστατώνω όλη την εταιρεία.