αναβρασμός
ουσιαστικό1. Κατάσταση υγρού στην οποία εμφανίζεται έντονη ανατάραξη και δημιουργία φυσαλίδων στην επιφάνεια εξαιτίας θέρμανσης ή ανάδευσης.
Συνώνυμα
αναταραχή αναστάτωση ταραχή ταραγμός σάλος χάος κοχλασμός ζύμωση σούσουρο ανακατωσούρα αναμπουμπούλα εκνευρισμός οχλαγωγία φασαρία δίνη χαμός έξαψη θόρυβος εξέγερση βοή τρικυμία έκρηξη θυμός βαβούρα επανάσταση πάταγος στρόβιλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναβρασμός στην πόλη έγινε αισθητός σε όλη τη χώρα.
- Η είδηση για τη διαρροή δεδομένων προκάλεσε αναβρασμός στα κοινωνικά δίκτυα.
- Η ανεπιβεβαίωτη φημολογία προκάλεσε αναβρασμός στο χρηματιστήριο.
- Μέσα του ένιωθε έναν αδιάκοπο αναβρασμό, αλλά προσπαθούσε να φαίνεται ήρεμος.
- Στο εργαστήριο παρατηρήθηκε αναβρασμός στο δοχείο όταν προστέθηκε το οξύ.