ανάκτηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα επανόδου σε προγενέστερη ή φυσιολογική κατάσταση μετά από βλάβη, ασθένεια ή απώλεια.
2. Ενέργεια ή διαδικασία επαναφοράς χαμένων, καταστραμμένων ή μη προσπελάσιμων δεδομένων, αρχείων ή πληροφοριών.
Συνώνυμα
ανάρρωση επανακατάκτηση ανάκληση επαναφορά αποκατάσταση επιστροφή ανάκαμψη ανασύσταση εύρεση διάσωση είσπραξη επανόρθωση απόδοση αναπλήρωση κατάκτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάκτηση της υγείας του πήρε μήνες.
- Η ανάκτηση των διαγραμμένων αρχείων ήταν επιτυχής.
- Η ανάκτηση της οικονομίας μετά την κρίση είναι αργή.
- Υποσχέθηκαν την ανάκτηση των κλοπιμαίων.
- Η ανάκτηση του συστήματος ολοκληρώθηκε επιτυχώς.
- Η ανάκτηση του οικοσυστήματος θα χρειαστεί πολλά χρόνια.