ακόλουθος

επίθετο

1. Που βρίσκεται ή τοποθετείται μετά από κάτι άλλο σε σειρά, θέση ή διάταξη.

2. Που εμφανίζεται ή πραγματοποιείται μετά από κάτι άλλο σε χρονική διαδοχή ή εξέλιξη.

3. Που συνοδεύει κάτι ως παρακολούθημα ή συμπλήρωμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ακόλουθος του υπουργού τον συνόδευε στη σύσκεψη.
  • Η ακόλουθη σκηνή του έργου συγκίνησε το κοινό.
  • Το ακόλουθο αποτέλεσμα της αλλαγής ήταν η βελτίωση των επιδόσεων.
  • Οι ακόλουθοι του λογαριασμού αυξήθηκαν σημαντικά.
  • Οι ακόλουθες οδηγίες πρέπει να ακολουθηθούν προσεκτικά.