πλοηγός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που καθοδηγεί και χειρίζεται τη ναυσιπλοΐα ενός πλοίου, επιλέγοντας διαδρομές, υπολογίζοντας θέση και πορεία και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ασφαλή κίνηση στη θάλασσα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πλοηγός ανέλαβε να οδηγήσει το φορτηγό πλοίο μέσα στο λιμάνι.
- Οι ναυτικοί εμπιστεύονται τον πλοηγό όταν προσεγγίζουν το στενό.
- Πριν φύγουμε, ενεργοποίησε τον πλοηγό στο αυτοκίνητο για να βρούμε τη σωστή διαδρομή.
- Άνοιξα τον πλοηγό του υπολογιστή για να μπω στην ιστοσελίδα της τράπεζας.
- Η καθηγήτριά του υπήρξε πλοηγός στην ακαδημαϊκή του πορεία.