μεταγενέστερος

επίθετο

1. Που είναι χρονικά μεταγενέστερος σε σχέση με κάτι άλλο, που συμβαίνει ή εμφανίζεται σε μεταγενέστερη περίοδο.

2. Που έρχεται μετά σε σειρά, τάξη ή στάδιο εξέλιξης και σχετίζεται με επόμενη φάση ή έκδοση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μεταγενέστερος σχολιασμός των αρχείων αποκάλυψε νέα στοιχεία.
  • Η μεταγενέστερη έκδοση του λογισμικού διορθώνει πολλά σφάλματα.
  • Το μεταγενέστερο νομοσχέδιο τέθηκε σε ισχύ την επόμενη χρονιά.
  • Σε μεταγενέστερο στάδιο της μελέτης έγιναν συμπληρωματικές δοκιμές.
  • Οι μεταγενέστερες γενιές συχνά αλλοιώνουν τις παραδόσεις.
  • Οι μεταγενέστεροι μελετητές συμφώνησαν σε διαφορετική ερμηνεία.