μπροστάρης
ουσιαστικό1. Άτομο που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ή αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και την ηγεσία σε μια ομάδα, δράση ή κίνηση, καθοδηγώντας και παρακινώντας τους άλλους.
Συνώνυμα
ηγέτης αρχηγός επικεφαλής πρωτοπόρος πρωτοστάτης καθοδηγητής οδηγός μπροστινός προπομπός πρόδρομος κεφαλή συντονιστής ηγεμόνας πρωταγωνιστής πρώτος πρωτομάστορας πρωτοπαλίκαρο λοχαγός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπροστάρης της διαδήλωσης φώναζε συνθήματα.
- Στον αγώνα δρόμου, ο μπροστάρης κράτησε το προβάδισμα μέχρι τον τερματισμό.
- Τον κατηγόρησαν ότι ήταν ο μπροστάρης των ταραχών μετά το ματς.
- Ο τραγουδιστής ήταν ο μπροστάρης της μπάντας και τραβούσε το κοινό.
- Στην εταιρεία αναδείχθηκε μπροστάρης των καινοτομιών.