διάδοχος
ουσιαστικό1. Άτομο που αναλαμβάνει θέση, αξίωμα ή αρμοδιότητες μετά από κάποιον άλλο, ειδικά σε πολιτικό, διοικητικό ή θεσμικό πλαίσιο.
2. Άτομο που κληρονομεί περιουσία, τίτλους ή δικαιώματα μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση κάποιου.
Συνώνυμα
συνεχιστής αντικαταστάτης επόμενος κληρονόμος πρίγκηπας ακόλουθος αναπληρωτής πρίγκιπας επίγονος απόγονος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διάδοχος του βασιλιά εκπαιδεύεται για τα καθήκοντά του.
- Μετά την παραίτηση του διευθυντή, ο διάδοχος ανακοινώθηκε αμέσως.
- Η εταιρεία παρουσίασε τον νέο διάδοχο του δημοφιλούς μοντέλου.
- Οι διάδοχοι του πολιτικού κόμματος συναντήθηκαν για να συζητήσουν τη στρατηγική.
- Η θέση του διαδόχου παραμένει ανοιχτή μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής.
- Ο προγραμματιστής δημιούργησε τον διάδοχο της παλιάς εφαρμογής, βελτιώνοντας την απόδοση.