μαθητής
ουσιαστικόΆτομο που παρακολουθεί μαθήματα ή εκπαιδεύεται σε σχολείο, εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο μαθησιακό περιβάλλον με σκοπό την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων ή επαγγελματικής κατάρτισης.
Συνώνυμα
διδασκόμενος εκπαιδευόμενος μαθήτρια εκπαιδευόμενη μαθητευόμενος μαθητευτής σπουδαστής φοιτητής ακροατής ακόλουθος σπουδαζόμενος μαθητευόμενη ασκούμενος μαθητούλης μαθητούδι οπαδός πρωτάρης πρωτοετής έφηβος εφήβος παρακολουθητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής έλυσε το δύσκολο πρόβλημα μόνος του.
- Ένας μαθητής γράφει σημειώσεις στο θρανίο.
- Είναι μαθητής στο ωδείο και παίρνει μαθήματα πιάνου.
- Κάθε μαθητής πρέπει να σέβεται τους κανόνες της τάξης.
- Θεωρείται μαθητής του μεγάλου ζωγράφου εξαιτίας του ιδιαίτερου στυλ του.