πρωτοστάτης
ουσιαστικόΆτομο ή φορέας που παίρνει την πρωτοβουλία και ηγείται μιας κίνησης, προσπάθειας ή δράσης, οδηγώντας άλλους προς έναν νέο στόχο ή αλλαγή, ιδίως σε κοινωνικό, πολιτικό, επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
πρωτοπόρος ηγέτης αρχηγός πρωτεργάτης μπροστάρης πρωταγωνιστής εμπνευστής συντονιστής εμψυχωτής επικεφαλής πρώτος συντελεστής κινητήρας προπομπός εμπροσθοφυλακή στρατηγός εκπρόσωπος πατριάρχης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος υπήρξε πρωτοστάτης του φοιτητικού κινήματος τη δεκαετία του 1970.
- Ο νεαρός μηχανικός αναδείχθηκε πρωτοστάτης στον σχεδιασμό νέων οικολογικών λύσεων.
- Στην πορεία της επιχείρησης, ο διευθυντής στάθηκε πρωτοστάτης στην εισαγωγή καινοτόμων πρακτικών.
- Σε πολλούς αγώνες, ο αθλητής ήταν πρωτοστάτης και ενέπνεε τους συμπαίκτες του.
- Ο καθηγητής ήταν πρωτοστάτης στην προώθηση της διεπιστημονικής έρευνας.