ακινητοποίηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία ένα αντικείμενο, πρόσωπο ή μέρος του σώματος συγκρατείται ή εμποδίζεται από το να κινηθεί, για σταθεροποίηση, ασφάλεια ή θεραπεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακινητοποίηση του αυτοκινήτου έκανε αναγκαία την κλήση γερανού.
  • Στο νοσοκομείο ο γιατρός διέταξε την ακινητοποίηση του σπασμένου χεριού με νάρθηκα.
  • Η απεργία προκάλεσε ακινητοποίηση των μέσων μαζικής μεταφοράς στην πόλη.
  • Κατά τη διάρκεια της άσκησης σημειώθηκε πλήρης ακινητοποίηση των εχθρικών δυνάμεων.
  • Στην πάλη ο αθλητής πέτυχε ακινητοποίηση του αντιπάλου και κέρδισε τον αγώνα.