ακαταστασία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία επικρατεί έλλειψη τάξης και οργάνωσης σε χώρο, με αντικείμενα διασκορπισμένα ή τοποθετημένα ακανόνιστα, δυσχεραίνοντας την εύρεση και χρήση τους.
Συνώνυμα
αταξία ατακτοσύνη ανοργανωσιά χαμός χαοτικότητα μπάχαλο αχταρμάς αλαλούμ χάος ανακατωσούρα χάλι ανοργανωσία σύγχυση ανοργάνωση μπερδεμάρα μπέρδεμα αναρχία μπουρδέλο προχειρότητα απορρύθμιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακαταστασία στο δωμάτιο δεν με αφήνει να συγκεντρωθώ.
- Η ακαταστασία στη διεξαγωγή της συνεδρίασης προκάλεσε καθυστέρηση.
- Λόγω της ακαταστασίας στα έγγραφα, η αίτησή του χάθηκε.
- Η ακαταστασία στην προσωπική του ζωή φαινόταν σε κάθε του απόφαση.
- Η ακαταστασία που προκλήθηκε από τις διαδηλώσεις οδήγησε σε σπασμένα τζάμια.