αηδιαστικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονο αίσθημα αηδίας ή ναυτίας λόγω εμφάνισης, οσμής, γεύσης ή υφής.
2. Που προκαλεί έντονη ηθική ή συναισθηματική αποστροφή λόγω συμπεριφοράς, λόγων ή καταστάσεων που θεωρούνται απαράδεκτες.
Συνώνυμα
αποκρουστικός βδελυρός αποτροπιαστικός σιχαρός εμετικός αχώνευτος σκατένιος βδελυκτικός σιχαμερός απωθητικός απεχθής απαίσιος αποστροφικός ελεεινός αισχρός γκροτέσκος αντιπαθητικός αποτρόπαιος μισητός φρικιαστικός άσχημος άθλιος δυσάρεστος αντιπαθής φριχτός φρικτός βρώμικος βρωμερός χυδαίος ανυπόφορος τρομαχτικός ανατριχιαστικός ντροπιαστικός απαράδεκτος ακάθαρτος αντιαισθητικός μακάβριος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπακλαβάς ήταν αηδιαστικός.
- Ο καπνός από τους σκουπιδότοπους ήταν αηδιαστικός.
- Ο τύπος που κορόιδευε τα παιδιά ήταν αηδιαστικός.
- Ο τρόπος που συμπεριφέρθηκε απέναντι στη φίλη του ήταν αηδιαστικός.
- Ο σπασμένος σωλήνας που έτρεχε λύματα ήταν αηδιαστικός.