έκρηξη

ουσιαστικό

1. Ξαφνική και βίαιη απελευθέρωση ενέργειας ή πίεσης, συνοδευόμενη συνήθως από δυνατό θόρυβο, κρουστικό κύμα, φλόγες ή εκτίναξη υλικών.

2. Η ηφαιστειακή εκδήλωση κατά την οποία μάγμα, στάχτες και αέρια εκτοξεύονται από τον κρατήρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έκρηξη στο εργοστάσιο προκάλεσε σοβαρές υλικές ζημιές.
  • Η έκρηξη του ηφαιστείου έριξε στάχτη και λάβα στην περιοχή.
  • Η έκρηξη θυμού του καθηγητή σήμανε παύση στο μάθημα.
  • Μια έκρηξη γέλιου γέμισε την αίθουσα.
  • Η έκρηξη των τιμών των τροφίμων ανησυχεί τους καταναλωτές.
  • Το κοινό ξέσπασε σε έκρηξη χειροκροτημάτων στο τέλος της παράστασης.