άφεση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της απαλλαγής από ενοχή, ποινή ή τιμωρία, όπως με επίσημη θρησκευτική ή δικαστική πράξη.
2. Η μερική ή ολική διαγραφή ή μείωση οφειλής, προστίμου ή άλλης οικονομικής υποχρέωσης με απόφαση αρμόδιου φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζήτησε την άφεση των αμαρτιών του από τον ιερέα.
- Το κράτος ανακοίνωσε την άφεση της ποινής για ορισμένους κατάδικους λόγω ανθρωπιστικών λόγων.
- Με νέο νόμο προβλέπεται άφεση οφειλών προς το δημόσιο για μικρές επιχειρήσεις.
- Παρατηρήθηκε άφεση των συμπτωμάτων μετά την έναρξη της θεραπείας.
- Η άφεση φόρων έδωσε ανάσα στην τοπική οικονομία.