επισκευαστής
ουσιαστικόΠρόσωπο που επιδιορθώνει ή αποκαθιστά βλάβες και φθορές σε αντικείμενα, μηχανήματα, συσκευές ή κτίρια, συνήθως ως επάγγελμα.
Συνώνυμα
μάστορας επιδιορθωτής συντηρητής τεχνικός τεχνίτης μαστοράκος μπαλωτής μηχανικός υδραυλικός ηλεκτρολόγος ηλεκτρονικός ωρολογοποιός φανοποιός σιδεράς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επισκευαστής επισκεύασε το πλυντήριο και έφυγε.
- Καλέσαμε τον επισκευαστή να ελέγξει το αυτοκίνητο.
- Η εταιρεία προσέλαβε έναν επισκευαστή για τη συντήρηση των υπολογιστών.
- Ο επισκευαστής ρυθμίζει το ρολόι με προσοχή.
- Δεν βρήκαμε επισκευαστή στην περιοχή για να φτιάξει την παλιά συσκευή.