λαϊκός
επίθετο1. Που ανήκει, αφορά ή σχετίζεται με τον λαό ως κοινωνική ομάδα.
2. Που απευθύνεται στο ευρύ κοινό ή είναι δημοφιλές μεταξύ μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
Συνώνυμα
λαοφιλής δημώδης δημοτικός κοσμικός παραδοσιακός δημοφιλής κοινός μαζικός δημοτικό λαϊκιστικός απλός προσιτός προσβάσιμος διαδεδομένος δημόσιος γήινος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαϊκός τραγουδιστής κέρδισε την προτίμηση του κοινού.
- Η λαϊκή παράδοση μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.
- Στην εκδήλωση συμμετείχαν πολλοί λαϊκοί, όχι μόνο οι κληρικοί.
- Το έργο αποτυπώνει τη ζωή του λαϊκού ανθρώπου στις μικρές πόλεις.
- Στην ταβέρνα ακούγαμε παλιά λαϊκά τραγούδια μέχρι το πρωί.