σύμφωνος

επίθετο

1. Που εκφράζει ή δείχνει συμφωνία ή συναίνεση σε ιδέα, πρόταση ή πρόσωπο.

2. Που συμβαδίζει ή εναρμονίζεται με κάτι, χωρίς αντίθεση ή σύγκρουση.

Συνώνυμα

συμφωνημένος συναινετικός ομόφρων θετικός συμφωνητικός ομόφωνος ομόθυμος ομόψυχος εντάξει δεκτικός αρμονικός συμφωνικός αρμόζων συμβατός πρόθυμος

Αντώνυμα

ασύμφωνος αντίθετος διαφωνητικός δυσαρμονικός διαφωνών εναντίος ασύμβατος αταίριαστος αντιτιθέμενος παράταιρος ανένδοτος αντίστροφος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής είναι σύμφωνος με το νέο πρόγραμμα.
  • Η επιτροπή είναι σύμφωνη με τις αλλαγές που προτάθηκαν.
  • Τα μέλη του συμβουλίου έμειναν σύμφωνοι στην τελική απόφαση.
  • Ο ήχος του πιάνου ήταν σύμφωνος με τη φωνή της σοπράνο.
  • Το γράμμα 'μ' είναι σύμφωνο.