κανένα

άλλο

1. Χρησιμοποιείται πριν από ουσιαστικό για να δηλώσει την απουσία ή τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου ενός συνόλου.

2. Χρησιμοποιείται ανεξάρτητα για να δηλώσει πλήρη απουσία ή μη ύπαρξη σε σχέση με πρόσωπα, αντικείμενα ή ποσότητες.

Συνώνυμα

κανένας καμία καμιά κανείς κανέναν τίποτα τίποτε ουδείς ουδέν καθόλου μηδέν

Αντώνυμα

κάποιος κάποια κάποιο κάτι κάποιοι μερικά όλο ένας μία ένα οποιοσδήποτε κάθε οτιδήποτε όλοι όλες όλα αρκετός αρκετή αρκετό ποσό

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν έχω κανένα πρόβλημα με το σχέδιο.
  • Αγόρασα τρία βιβλία, αλλά δεν διάβασα κανένα.
  • Δεν βλέπω κανένα ίχνος λάθους στο κείμενο.
  • Κανένα παιδί δεν έμεινε χωρίς φαγητό.
  • Δεν βρήκα κανένα νόημα στην απάντησή του.