υπαξιωματικός
ουσιαστικόΜέλος των ενόπλων δυνάμεων που κατέχει βαθμό ανάμεσα στους οπλίτες και στους αξιωματικούς και εκπληρώνει καθήκοντα διοίκησης προσωπικού, εκπαίδευσης και τεχνικής εξειδίκευσης.
Συνώνυμα
δεκανέας λοχίας επιλοχίας ανθυπασπιστής σμηνίας οπλίτης στρατιώτης ένστολος στρατιωτικός κληρωτός υπολοχαγός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπαξιωματικός οργάνωσε την επιθεώρηση της μονάδας.
- Η υπαξιωματικός ανέλαβε νυχτερινή βάρδια στο φυλάκιο.
- Οι υπαξιωματικοί εκπαιδεύουν τους νεοσύλλεκτους στη σκοποβολή.
- Το σχέδιο του υπαξιωματικού βελτίωσε την οργάνωση της υπηρεσίας.
- Βράβευσαν έξι υπαξιωματικούς για την ανδρεία τους.