αστός

ουσιαστικό

Άτομο που κατοικεί σε πόλη ή αστικό κέντρο και συμμετέχει στις κοινωνικές, επαγγελματικές ή οικονομικές δραστηριότητες της πόλης.

Συνώνυμα

πολίτης μπουρζουάς κάτοικος συμπολίτης δημότης μεσοαστός ευκατάστατος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αστός προτιμά τη ζωή στην πόλη παρά στην ύπαιθρο.
  • Οι πολιτικές προτεραιότητες των αστών διαφέρουν από αυτές των αγροτών.
  • Ως αστός, είχε δικαίωμα ψήφου και συμμετείχε στις δημοτικές συνελεύσεις.
  • Τον χαρακτήριζαν οι τρόποι και το γούστο ενός αστού.
  • Οι αστοί συγκεντρώθηκαν στην πλατεία για να συζητήσουν τα προβλήματα της πόλης.