περιφέρεια

ουσιαστικό

1. Διοικητική γεωγραφική ενότητα που περιλαμβάνει δήμους ή περιοχές και ασκεί αρμοδιότητες τοπικής ή περιφερειακής διοίκησης.

2. Ζώνη ή τμήμα ενός χώρου που βρίσκεται στο εξωτερικό άκρο ή περιθώριο σε σχέση με το κέντρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η περιφέρεια ανακοίνωσε νέα μέτρα για την προστασία των δασών.
  • Το εργοστάσιο βρίσκεται στην περιφέρεια της πόλης, μακριά από το κέντρο.
  • Η περιφέρεια του κύκλου είναι μήκους 2πr.
  • Η ανάπτυξη στην περιφέρεια χρειάζεται επενδύσεις σε υποδομές και συγκοινωνίες.
  • Εθελοντικές οργανώσεις προσφέρουν υπηρεσίες υγείας στην περιφέρεια.