μονολογία

ουσιαστικό

Μακρά ή εκτενής ομιλία ενός ατόμου προς το κοινό ή προς τον εαυτό του, συχνά σε θεατρικό, λογοτεχνικό ή δημόσιο πλαίσιο, που αποκαλύπτει σκέψεις, συναισθήματα ή απόψεις χωρίς άμεση παρέμβαση άλλων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μονολογία του ηθοποιού συγκίνησε το κοινό.
  • Στο μυθιστόρημα, η μονολογία της ηρωίδας αποκαλύπτει τους πιο κρυφούς της φόβους.
  • Κατά τη συνέλευση, η μονολογία του προέδρου κράτησε περισσότερο από μισή ώρα.
  • Ο καθηγητής επέκρινε τη μονολογία στη διδασκαλία και ζήτησε περισσότερη συμμετοχή των μαθητών.
  • Στο θεατρικό εργαστήρι, γράψαμε και παρουσιάσαμε μια μονολογία που αποκαλύπτει τα εσωτερικά του ήρωα.