εκκλησιαστικός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με την εκκλησία ως θρησκευτικό θεσμό, τις λειτουργίες, τα δόγματα και την οργανωτική της δομή.
2. Που αφορά το κλήρο, τους ιερείς και τις ιεροπραξίες ή τις διοικητικές αρμοδιότητες της εκκλησίας.
Συνώνυμα
εκκλησιακός κληρικός θρησκευτικός ιερατικός ιερουργικός λειτουργικός ιερός επισκοπικός μοναστικός παπαδίστικος ευσεβής πνευματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκκλησιαστικός ιερέας χοροστάτησε στην πρωινή λειτουργία.
- Η εκκλησιαστική επιτροπή αποφάσισε την ανακαίνιση του ναού.
- Το εκκλησιαστικό κτίριο έχει περίτεχνα ψηφιδωτά στον τρούλο.
- Άκουσα ένα εκκλησιαστικό άσμα που με συγκίνησε.
- Οι εκκλησιαστικοί θεσμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην τοπική κοινότητα.
- Η υπόθεση εκδικάστηκε από το εκκλησιαστικό δικαστήριο.