δημοτικό

επίθετο

1. Που ανήκει ή σχετίζεται με τον δήμο ή την τοπική αυτοδιοίκηση.

2. Που αφορά το σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, τους μαθητές ή τα θέματα του δημοτικού σχολείου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία πηγαίνει στο δημοτικό κάθε πρωί.
  • Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε την κατασκευή νέου πάρκου.
  • Άκουσα ένα παλιό δημοτικό τραγούδι στην εκπομπή.
  • Το δημοτικό θέατρο φιλοξένησε την παράσταση το Σάββατο.
  • Ο δήμος παρέχει δημοτικό λεωφορείο για τις απομακρυσμένες περιοχές.