ιατρικός
επίθετο1. Που αφορά την ιατρική επιστήμη, τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη φροντίδα της ανθρώπινης υγείας.
2. Που εκτελείται ή παρέχεται από ιατρούς ή άλλο ιατρικό προσωπικό στο πλαίσιο ιατρικής πράξης.
Συνώνυμα
κλινικός θεραπευτικός ιατροφαρμακευτικός κλινική φαρμακευτικός νοσοκομειακός χειρουργικός ιατροδικαστικός παραϊατρικός θεραπτικός κλινικοθεραπευτικός παθολογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιατρικός έλεγχος του ασθενούς διήρκησε δύο ώρες.
- Η ιατρική ομάδα του νοσοκομείου εργάστηκε όλη τη νύχτα.
- Ο ασθενής συμπλήρωσε το ιατρικό ιστορικό πριν από την επέμβαση.
- Οι ιατρικές οδηγίες πρέπει να τηρούνται αυστηρά.
- Οι ιατρικοί φάκελοι φυλάσσονται πλέον ψηφιακά.
- Συζήτησαν τα ιατρικά θέματα στη σύσκεψη.