αεράκι
ουσιαστικό1. Μικρό, ελαφρό φύσημα του αέρα, σύντομη και ασθενική ροή αέρα που γίνεται αισθητή· συνήθως τοπική και πρόσκαιρη.
2. Μεταφορικά στην καθομιλουμένη, υπόθεση ή έργο που γίνεται με πολύ μικρή προσπάθεια ή χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπήκε από το παράθυρο ένα αεράκι και ανακούφισε τη ζέστη.
- Το αεράκι που φυσάει από τη θάλασσα είναι πολύ δροσερό.
- Η εξέταση ήταν αεράκι για εκείνη και την τελείωσε σε δέκα λεπτά.
- Ένιωσα ένα αεράκι στο πρόσωπο καθώς περπατούσα στο βουνό.
- Μόλις άνοιξα την πόρτα, ένα αεράκι ανασήκωσε τα χαρτιά από το τραπέζι.