σκουλήκι
ουσιαστικό1. Μακρουλό, κυλινδρικό ή πλατύ ασπόνδυλο ζώο χωρίς άκρα, με απλή σωληνοειδή ή τμηματοποιημένη δομή, που κινείται με συσπάσεις και συναντάται στο έδαφος, στο νερό ή ως παράσιτο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένα σκουλήκι βγήκε στο χώμα μετά τη βροχή.
- Έβαλε ένα σκουλήκι στο αγκίστρι για να πιάσει ψάρι.
- Τον αποκάλεσε σκουλήκι για την προδοσία του.
- Ο υπολογιστής μολύνθηκε από σκουλήκι και χάθηκαν αρχεία.
- Το μήλο είχε μέσα σκουλήκι, οπότε το πέταξα.