χαμογελαστός
επίθετοΠου έχει ή εμφανίζει χαμόγελο στο πρόσωπο, εκφράζοντας φιλική διάθεση, ευθυμία ή ευγένεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χαμογελαστός ταχυδρόμος έφτασε νωρίς το πρωί.
- Η χαμογελαστή δασκάλα ενθάρρυνε τα παιδιά.
- Τα χαμογελαστά παιδιά έπαιζαν στην αυλή.
- Έμεινε χαμογελαστός παρά την κακή είδηση.
- Το χαμογελαστό πρόσωπο του χωριού ήταν η πλατεία με τα λουλούδια.