χάρισμα
ουσιαστικό1. Έμφυτη ικανότητα ή ταλέντο που προσδίδει σε κάποιον ιδιαίτερη δεξιότητα, ευαισθησία ή έμπνευση στην εκτέλεση μιας δραστηριότητας.
2. Δώρο ή παροχή, υλική ή άυλη, που προσφέρεται χωρίς οικονομική αντιπαροχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει ένα ξεχωριστό χάρισμα στη μουσική.
- Το χάρισμα της παρουσίας του εντυπωσίασε τους πάντες.
- Το παλιό του τραπέζι το έκανε χάρισμα στον γείτονα.
- Έλαβε το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος κατά τη λειτουργία.
- Μας έκαναν χάρισμα το εισιτήριο για τη συναυλία.