υλοποίηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της μετατροπής μιας ιδέας, ενός σχεδίου ή μιας πρόθεσης σε χειροπιαστή, λειτουργική ή πραγματική μορφή.
Συνώνυμα
εφαρμογή πραγματοποίηση πραγμάτωση εκπλήρωση εκτέλεση διεκπεραίωση ενσωμάτωση ολοκλήρωση αποπεράτωση πράξη επίτευξη πλήρωση προγραμματισμός κατασκευή παραγωγή κωδικοποίηση εκπόνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υλοποίηση του έργου ολοκληρώθηκε εγκαίρως.
- Η υλοποίηση του αλγορίθμου στον κώδικα απαιτεί εκτενείς δοκιμές.
- Πρότειναν βελτιώσεις πριν από την υλοποίηση των αλλαγών.
- Η υλοποίηση των οικονομικών μέτρων εξαρτάται από τον προϋπολογισμό.
- Αναλύουμε το κόστος και τον χρόνο για την υλοποίηση του σχεδίου.