τρυφερός
επίθετο1. Που εκφράζει ή προκαλεί στοργή, αγάπη ή ευαισθησία στην αντιμετώπιση προσώπων ή ζώων.
2. Που έχει απαλή, ευαίσθητη ή λεπτεπίλεπτη υφή ή εμφάνιση, απαλός στην αφή.
Συνώνυμα
στοργικός αγαπητικός τρυφερόκαρδος μαλακός γλυκός ευαίσθητος ήπιος ζεστός αγαπητός απαλός διαχυτικός καλοσυνάτος σπλαχνικός παρηγορητικός μαλθακός συναισθηματικός χαριτωμένος λεπτεπίλεπτος συγκινητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας μίλησε στα παιδιά με τρυφερή φωνή.
- Το μοσχάρι ήταν τόσο τρυφερό που έλιωνε στο στόμα.
- Η μητέρα του έκανε μια τρυφερή κίνηση για να τον καθησυχάσει.
- Αντάλλαξαν τρυφερά λόγια κάτω από τον απογευματινό ουρανό.
- Οι τρυφεροί φίλοι του τον στήριζαν πάντα στις δύσκολες στιγμές.