τραβιέμαι
ρήμα1. Υπόκειμαι σε τράβηγμα ή έλξη και μετακινούμαι ή μετατοπίζομαι εξαιτίας της ενέργειας άλλου αντικειμένου ή προσώπου.
2. Απομακρύνομαι ή αποσύρομαι από κάποιον ή κάτι, συνήθως λόγω άρνησης, δισταγμού ή επιθυμίας απόστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που με πλησιάζει ξαφνικά, τραβιέμαι.
- Όταν μου κάνουν κομπλιμέντα, τραβιέμαι και δεν ξέρω τι να πω.
- Αν με πονάει ο μυς, τραβιέμαι κάθε φορά που τον ακουμπάω.
- Την πρώτη μέρα στη δουλειά τραβιέμαι και παρακολουθώ χωρίς να μιλάω.
- Μέσα στο σκοτάδι τραβιέμαι προς το φως, σαν να με τραβάει κάτι.