συσπείρωση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα κατά το οποίο άτομα, ομάδες ή δυνάμεις οργανώνονται και προσανατολίζονται γύρω από κοινό σκοπό ή αρχές, ώστε να επιτυγχάνεται αυξημένη συνοχή και συντονισμένη δράση.
Συνώνυμα
ένωση ενότητα συμπαράταξη συνοχή συγκέντρωση συνένωση ενοποίηση συσσωμάτωση συνάθροιση συμμαχία ομοψυχία συνασπισμός κινητοποίηση σύγκλιση συνεργασία συγκρότηση συντονισμός συνταιριάσμα συνεταιρισμός σύμπραξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συσπείρωση των μυών κατά την άσκηση προκάλεσε έντονη κόπωση.
- Η συσπείρωση των μελών του κόμματος ήταν καθοριστική για την προεκλογική τους στρατηγική.
- Χρειάστηκε η συσπείρωση της τοπικής κοινότητας για την άμεση αντιμετώπιση της πλημμύρας.
- Οι επιστήμονες μελέτησαν τη συσπείρωση της ύλης στο νέφος για να κατανοήσουν τον σχηματισμό άστρων.
- Η συσπείρωση δυνάμεων από διαφορετικές οργανώσεις οδήγησε σε κοινή δράση.