συντετριμμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται βαθιά θλίψη, απογοήτευση ή απελπισία εξαιτίας σοβαρής απώλειας, αποτυχίας ή τραυματικής εμπειρίας.
2. Που έχει υποστεί σοβαρή ζημιά ή έχει θρυμματιστεί σε μεγάλο βαθμό, χωρίς λειτουργική ακεραιότητα.
Συνώνυμα
καταρρακωμένος διαλυμένος σπασμένος απαρηγόρητος συγκλονισμένος σοκαρισμένος θλιμμένος λυπημένος μετανιωμένος ταπεινωμένος κατεστραμμένος αποσβολωμένος αποκαρδιωμένος ηττημένος απογοητευμένος μετανοημένος ψυχοπλακωμένος απελπισμένος πληγωμένος στενοχωρημένος καταβεβλημένος σκασμένος εξαντλημένος αμήχανος κατάπληκτος τρομαγμένος κατηφής ραγισμένος καταθλιπτικός αναστατωμένος ντροπιασμένος στεναχωρημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν συντετριμμένος μετά το τραγικό νέο για τον φίλο του.
- Η μητέρα έμεινε συντετριμμένη όταν έμαθε τι είχε συμβεί.
- Οι συγγενείς ήταν συντετριμμένοι στην κηδεία.
- Ο διευθυντής δήλωσε συντετριμμένος για το λάθος που έγινε στην εταιρεία.
- Ένιωθε συντετριμμένος από τύψεις και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.