συνταρακτικός
επίθετο1. Που προκαλεί ισχυρούς φυσικούς κραδασμούς ή δονήσεις, ικανός να ταρακουνήσει ή να διαταράξει τη σταθερότητα μιας κατασκευής ή του εδάφους.
Συνώνυμα
συγκλονιστικός σοκαριστικός εκπληκτικός εντυπωσιακός συναρπαστικός θεαματικός δραματικός εκρηκτικός αναστατωτικός ανατρεπτικός ανατριχιαστικός τρομακτικός εκκωφαντικός εκθαμβωτικός συγκινητικός σεισμικός αναπάντεχος πρωτοφανής καταπληκτικός καταστροφικός φρικιαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η είδηση ήταν συνταρακτική και συγκλόνισε όλη την πόλη.
- Η παράσταση ήταν συνταρακτική, όλοι βγήκαν ενθουσιασμένοι.
- Το βιβλίο έκλεισε με ένα συνταρακτικό φινάλε που κανείς δεν περίμενε.
- Οι αποκαλύψεις είχαν συνταρακτικές συνέπειες για το κόμμα.
- Η σεισμική δόνηση ήταν συνταρακτική και προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές.