συνεχώς
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν διακόπτεται στον χρόνο, χωρίς παύση.
2. Με μεγάλη συχνότητα ή επανάληψη, έτσι ώστε μια ενέργεια ή κατάσταση να διατηρείται ή να εμφανίζεται συστηματικά.
Συνώνυμα
διαρκώς αδιάκοπα αδιαλείπτως ακατάπαυστα ασταμάτητα αδιάλειπτα μονίμως μόνιμα πάντα πάντοτε συνεχόμενα σταθερά προοδευτικά ολοένα ατέρμονα συχνά σταδιακά καθημερινά ακόμα αιωνίως βαθμιαία παντοτινά συστηματικά τακτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βροχή έπεφτε συνεχώς όλο το απόγευμα.
- Το μωρό έκλαιγε συνεχώς, οπότε δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε.
- Οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς τα τελευταία χρόνια.
- Ο καθηγητής επαναλαμβάνει συνεχώς τις ίδιες οδηγίες μέχρι να τις καταλάβουμε.
- Το εργοστάσιο λειτουργεί συνεχώς, χωρίς νυχτερινές διακοπές.