ακόμα

επίρρημα

1. Έκφραση χρονικής συνέχειας που δηλώνει ότι κάτι εξακολουθεί να συμβαίνει ή να ισχύει μέχρι τώρα.

2. Ένδειξη προσθήκης που δηλώνει ότι υπάρχει ή θα προστεθεί κάτι επιπλέον πέραν του ήδη αναφερόμενου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι ακόμα στο γραφείο.
  • Δεν έχω λάβει απάντηση ακόμα.
  • Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη.
  • Θέλω καφέ και ακόμα ένα ποτήρι νερό.
  • Μπορείς να περιμένεις ακόμα λίγο;