αδιαλείπτως
επίρρημαΜε τρόπο που δεν διακόπτεται ή σταματά, εκτείνεται σε ενιαίο χρονικό διάστημα χωρίς ενδιάμεσες παύσεις.
Συνώνυμα
αδιάλειπτα αδιάκοπα ασταμάτητα συνεχώς ακατάπαυστα μονίμως διαρκώς ανελλιπώς συνεχόμενα απρόσκοπτα πάντα πάντοτε μόνιμα σταθερά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μηχανή λειτουργεί αδιαλείπτως εδώ και τρεις ημέρες.
- Η ομάδα εργάζεται αδιαλείπτως για την ολοκλήρωση του έργου.
- Το νοσοκομείο παρέχει αδιαλείπτως υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
- Σκεφτόταν αδιαλείπτως το πρόβλημα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
- Μιλούσε αδιαλείπτως στο τηλέφωνο όλο το απόγευμα.