συνεχόμενα
επίρρημα1. Με τρόπο αδιάλειπτο και χωρίς διακοπή, που διαρκεί συνεχώς στον χρόνο.
2. Με τρόπο διαδοχικό, όπου γεγονότα ή ενέργειες συμβαίνουν το ένα κατόπιν του άλλου.
Συνώνυμα
συνεχώς αδιάκοπα αδιάλειπτα αδιαλείπτως ακατάπαυστα ασταμάτητα διαρκώς διαδοχικά μονίμως ακατάσχετα επαναλαμβανόμενα επανειλημμένα παρατεταμένα σερί σειρά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κέρδισε συνεχόμενα τρία παιχνίδια.
- Εργάστηκε συνεχόμενα δώδεκα ώρες χωρίς διάλειμμα.
- Τα συνεχόμενα λάθη στον διαγωνισμό τον ανησύχησαν.
- Το κανάλι έδειξε συνεχόμενα επεισόδια της σειράς όλο το βράδυ.
- Δέχτηκε συνεχόμενα τηλεφωνήματα από πελάτες με το ίδιο πρόβλημα.