μόνιμα
επίρρημα1. Με τρόπο που διατηρείται στο χρόνο και δεν είναι προσωρινός.
2. Σε κατάσταση σταθερής εγκατάστασης ή διαμονής, χωρίς πρόθεση μεταβολής.
3. Με συνεχή, ανελλιπή παρουσία ή λειτουργία κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα πέρυσι.
- Διορίστηκε μόνιμα στο πανεπιστήμιο μετά την επιτυχία του.
- Παραπονιέται μόνιμα για τα ίδια προβλήματα.
- Το σημάδι στον τοίχο έμεινε μόνιμα παρά τις προσπάθειες καθαρισμού.
- Είναι μόνιμα χαρούμενος, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές.