συνεδρία
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση ανθρώπων για συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων ή λήψη αποφάσεων σχετικά με συγκεκριμένο θέμα.
2. Επίσημη συνεδρίαση οργάνου, όπως κοινοβούλιο, δικαστήριο ή επιτροπή, με καθορισμένη ημερήσια διάταξη και διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεδρία του δημοτικού συμβουλίου ξεκινάει στις εννέα.
- Κανονίσαμε άλλη μια συνεδρία με τον ψυχολόγο την ερχόμενη εβδομάδα.
- Η δικαστική συνεδρία διεκόπη λόγω απουσίας μάρτυρα.
- Παρουσίασε τα αποτελέσματα στην πρώτη συνεδρία του συνεδρίου.
- Η συνεδρία χρήστη έληξε απότομα όταν αποσυνδέθηκε ο διακομιστής.