συγχυσμένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, με ασαφή ή διαταραγμένη σκέψη και δυσκολία στην κρίση ή τη λήψη αποφάσεων.

2. Που νιώθει αποπροσανατολισμένος ή αποσυντονισμένος λόγω ξαφνικού γεγονότος, έντονης συναισθηματικής φόρτισης ή έλλειψης πληροφορίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την ανακοίνωση, έμεινε συγχυσμένος και δεν ήξερε τι να πει.
  • Ήταν τόσο συγχυσμένος από την κούραση που μπέρδεψε τα ραντεβού του.
  • Ο μικρός φάνηκε συγχυσμένος όταν του άλλαξαν ξαφνικά το πρόγραμμα.
  • Μίλησε με συγχυσμένος τόνο, γιατί δεν είχε καταλάβει καλά την κατάσταση.
  • Η γιαγιά ήταν συγχυσμένος μόνο για λίγο, αλλά σύντομα ηρέμησε.
  • Όλοι τον είδαν συγχυσμένος μετά το ατύχημα και έσπευσαν να τον βοηθήσουν.