μπλοκαρισμένος
επίθετοΠου είναι σε κατάσταση ακινησίας ή αδυναμίας να προχωρήσει, να λειτουργήσει ή να ολοκληρωθεί λόγω εμποδίου, περιορισμού ή δυσκολίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπολογιστής είναι μπλοκαρισμένος και δεν ανοίγει.
- Το σύστημα έμεινε μπλοκαρισμένο μετά την ενημέρωση.
- Μετά την κίνηση, η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη σε όλο τον δρόμο.
- Η πρόσβαση στον λογαριασμό μου έχει γίνει μπλοκαρισμένη προσωρινά.
- Έμεινα μπλοκαρισμένος στο ασανσέρ για λίγα λεπτά.