συγκατάθεση
ουσιαστικό1. Δήλωση ή εκδήλωση της βούλησης ενός προσώπου, ελεύθερη και συνήθως ενημερωμένη, με την οποία επιτρέπει σε άλλο/άλλους να προβούν σε πράξη που το αφορά.
Συνώνυμα
συναίνεση έγκριση άδεια συμφωνία επικύρωση ομοφωνία παραδοχή συμβιβασμός ευλογία θέλημα ψήφος συγκατάβαση αποδοχή παραχώρηση επιδοκιμασία ΟΚ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκατάθεση των γονέων είναι απαραίτητη για το ταξίδι του παιδιού.
- Χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς, δεν μπορεί να γίνει η επέμβαση.
- Οι δύο πλευρές υπέγραψαν τη συγκατάθεση για τη συνεργασία.
- Η συγκατάθεση σε μια σχέση πρέπει να είναι σαφής και αμοιβαία.
- Ζήτησε τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων πριν από την καταγραφή των συνεντεύξεων.