στήσιμο
ουσιαστικό1. Τοποθέτηση, συναρμολόγηση ή εγκατάσταση αντικειμένων, εξοπλισμού ή κατασκευών ώστε να λειτουργούν ή να βρίσκονται σε κατάλληλη θέση.
2. Διάταξη και οργάνωση χώρου ή στοιχείων σκηνής για παρουσίαση, προβολή ή λειτουργία.
Συνώνυμα
εγκατάσταση ανέγερση τοποθέτηση συναρμολόγηση οργάνωση διάταξη ρύθμιση διαμόρφωση κατασκευή ανέβασμα προετοιμασία σκηνοθεσία μαγείρεμα πόζα στάση παγίδα συγκρότηση σκηνικό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το στήσιμο της σκηνής κράτησε δύο ώρες.
- Το στήσιμο της έκθεσης ήταν προσεγμένο και λειτουργικό.
- Υποψιαζόμαστε ότι πρόκειται για ένα στήσιμο για να τον παγιδεύσουν.
- Το στήσιμο του φωτισμού στο στούντιο χρειάστηκε αρκετό χρόνο.
- Το στήσιμο της ομάδας στο γήπεδο ήταν καθαρά αμυντικό.