στέγη

ουσιαστικό

1. Κατασκευή που καλύπτει το άνω μέρος ενός κτιρίου ή οικοδομής και προφυλάσσει από τη βροχή, τον ήλιο, το χιόνι και άλλες καιρικές συνθήκες.

2. Χώρος ή εγκατάσταση που παρέχει μόνιμη ή προσωρινή κατοικία και καταφύγιο σε άτομα ή ζώα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στέγη του σπιτιού χρειάζεται επισκευή.
  • Ο οργανισμός προσφέρει στέγη και φροντίδα σε άστεγους.
  • Τα παιδιά μεγάλωσαν υπό τη στέγη της γιαγιάς.
  • Οι νέες στέγες του σχολείου είναι από ανθεκτικό υλικό.
  • Η πόλη εγκαινίασε μια στέγη πολιτισμού για παραστάσεις και εκθέσεις.