σποραδικά

επίρρημα

Με τρόπο που συμβαίνει σε μεμονωμένα ή διάσπαρτα περιστατικά, κατά ακανόνιστα ή αραιά χρονικά διαστήματα και όχι με συνεχή ή συστηματική συχνότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Βλέπω τον παλιό μου φίλο σποραδικά πια, επειδή μένει σε άλλη πόλη.
  • Οι βροχές θα εμφανιστούν σποραδικά μέσα στην ημέρα.
  • Στην περιοχή σημειώθηκαν σποραδικά επεισόδια βίας μετά τη διαδήλωση.
  • Εργάζεται σποραδικά ως μεταφραστής, όταν προκύπτει κάποια ευκαιρία.
  • Το σήμα του κινητού πιάνει σποραδικά μέσα στο σπίτι.