σαστισμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης ή αποπροσανατολισμού, αδυνατώντας προσωρινά να σκεφτεί ή να αντιδράσει με σαφήνεια.
2. Που εμφανίζει αμηχανία ή έκπληξη, με αργές, αβέβαιες ή ασυντόνιστες ενέργειες.
Συνώνυμα
πελαγωμένος απορημένος μπερδεμένος συγχυσμένος αποσβολωμένος άναυδος συγκεχυμένος εμβρόντητος εκπλαγμένος έκπληκτος σοκαρισμένος συγκλονισμένος ζαλισμένος ταραγμένος αμήχανος ξαφνιασμένος διστακτικός αποπροσανατολισμένος αφοπλισμένος θολωμένος θορυβημένος κατάπληκτος μουδιασμένος προβληματισμένος ζαβλακωμένος άφωνος φοβισμένος παγωμένος απελπισμένος πανικόβλητος τρομαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής έμεινε σαστισμένος όταν δεν κατάλαβε την ερώτηση.
- Ο οδηγός ήταν σαστισμένος μετά το ξαφνικό ατύχημα.
- Μείναμε έκπληκτοι, αλλά εκείνος έδειχνε μόνο σαστισμένος.
- Ο τουρίστας φαινόταν σαστισμένος μπροστά στον χάρτη της πόλης.
- Παρά την εξήγηση, ο διευθυντής παρέμεινε σαστισμένος.